Μια κεραμίδα στο κεφάλι μας…

Μια φορά και ένα καιρό, στην εύφορη κοιλάδα της Ελλάδας, ο κόσμος δούλευε νύχτα μέρα για να μπορέσει να αποδράσει από τη φτώχεια της κατοχής και να φτιάξει ένα δικό του σπίτι, για να βάλει το κεφάλι του κάτω από ένα κεραμίδι…

Τα χρόνια πέρασαν και στην κοιλάδα ήρθαν πολλοί αι Βασίληδες, με σάκους γεμάτα δώρα, αλλά και περίεργες συνήθειες, που τα πρόσφεραν απλόχερα στο «συντηρητικό» Έλληνα, που έπεσε με τα μούτρα να τ’ αρπάξει, πιστεύοντας στα λόγια τα μεγάλα !!!

Έτσι, στην εύφορη κοιλάδα ξαφνικά όλοι σταμάτησαν να δουλεύουν, μέσα σε μια νύχτα πέταξαν το μανδύα του «νοικοκύρη» και φόρεσαν την κάπα του «λαμόγιου» και του «ωχαδερφιστή», περιφρονώντας όποιους έμειναν πιστοί στις αρχές τους και τα πιστεύω τους…

Η Ελλάδα γέμισε άναρχα οικοδομικά μανιτάρια, με κήπους, πισίνες, μπαξέδες, λούνα πάρκ… και αλλοδαπούς να δουλεύουν γι’ αυτόν που ρέμβαζε από το βράδυ μέχρι το πρωί και έπαιζε χρηματιστήριο και κυκλοφορούσε με τη μερσεντές σαν τη μαϊμού στο παζάρι.

Και ξαφνικά, όλα άλλαξαν! Μια κακιά μάγισσα έκανε την εμφάνισή της στην κοιλάδα, μαζί με κάτι καλικατζαράκια και όλα τα πήρε ο άνεμος, αφήνοντας τον Έλληνα ξεβράκωτο… να κοιτάζει σα χάνος τους «προδότες» που έπιναν και γλεντούσαν με την κατάντια του!

Αυτοί που κάποτε, για να κάνουν το κομμάτι τους, υπέγραφαν τόνους έγραφα δίχως να τα διαβάζουν και διόριζαν αβέρτα κουβέρτα, παροτρύνοντας τον κόσμο να δανειστεί και να σπαταλήσει αλόγιστα ότι επιθυμεί, με τις τράπεζες να του δίνουν δάνεια μέχρι για να πάει λαϊκή, αλλά και για να φορέσει το καινούργιο βρακί που παρόμοιο στον κόσμο από καμία δεν είχε φορεθεί…

Μα όμως, όπως λέει και ο σοφός λαός μας «μαζί με τα ξερά, κάηκαν και τα χλωρά»! Μαζί με τους «φελλούς», τους εγκεφαλικά ανάπηρους, τώρα καλούνται να θυσιάσουν την περιουσία τους και οι νοικοκυραίοι, αυτοί που με κόπους και θυσίες έφτιαξαν ένα σπίτι στα παιδιά τους, αυτοί που στερήθηκαν και είχαν νου για προκοπή.

Η κακιά μάγισσα όμως, δεν κάνει διακρίσεις και μες στις γιορτές θέλει ν’ αρπάξει κοψοχρονιά την περιουσία τους, βγάζοντας χιλιάδες κόσμο στο δρόμο, θέλοντας έτσι να εκδικηθεί για τον «δολοφόνο» πατέρα της που στο παρελθόν, πάλι από αυτή την εύφορη κοιλάδα, έχασε τα πάντα…

Λαβωμένη η βασιλοπούλα και προδομένη από την αυλή της, καλείται τώρα να αγκαλιάσει τα παιδιά της που θα μείνουν στο δρόμο και μαζί τους να χαράξει έναν άλλο δρόμο, που θα τους βγάλει από τη δίνη της αρπαγής και της εξαθλίωσης.

Τα παραμύθια όμως τελειώνουν και επειδή πλέον δυστυχώς δεν έχουν πάντα αίσιο τέλος, εμείς πρέπει να σηκωθούμε από τις θέσεις μας και να διεκδικήσουμε ότι μας ανήκει, όπως τότε, όπως πάντα, όταν ο κατακτητής έρχεται να μας αρπάξει το βιος, να μας βιάσει τη γυναίκα, τη μάνα την αδερφή και να μας «σκοτώσει» τα παιδιά μας.

Εμείς θα δώσουμε το τέλος σ’ αυτό το κακόγουστο παραμύθι που χρόνια μας αποχαύνωσε, εμείς θα διώξουμε το χτικιό μέσα από το σπίτι μας, από την πατρίδα μας, γυρίζοντας την πλάτη σε όλα αυτά τα «ραμολιμέντα» της εξουσίας, που κρυμμένοι πίσω από μια ασυλία, ξεπουλάνε την Ελλάδα, δίχως ίχνος ντροπής.

Εμείς θα σταθούμε δίπλα στο συνάνθρωπό μας, εμείς θα του δώσουμε ένα χέρι βοηθείας και ας μας λένε ακόμα κάποιοι «φελλοί», γραφικούς και ειρωνικά μας αποκαλούν ρομαντικά ανθρωπάκια, αγνοώντας ότι όταν θα τους έρθει η κεραμίδα στο κεφάλι, δεν θα είναι κανείς εκεί… δίπλα τους!!!