Ο Αλέξης, στη χώρα των «περίεργων καρτών»…

Ήταν ένα ηλιόλουστο απόγευμα που οι αυλικοί είπαν στον Αλέξη, ενώ εκείνος προσπαθούσε να αντιγράψει τις ασκήσεις των μαθηματικών από το Γιαννάκη, ότι οι «δούλοι» αποφάσισαν να του δώσουν την εξουσία.

Ο Αλέξης χάρηκε, ανέβηκε στο πατίνι του και άρχισε να τρέχει στους δρόμους, φωνάζοντας «we did it, τα καταφέραμε», όταν ξαφνικά είδε μπροστά του ένα μικρό άσπρο κουνέλι με ροζ μάτια να τρέχει και τη μάνα του ξωπίσω να του φωνάζει «Φίλημ… γύρνα πίσω».

Το έλαβε σα μήνυμα Θεού και δίχως δεύτερη σκέψη, πέταξε το πατίνι στην άκρη και το ακολούθησε…

Ξαφνικά όμως το άσπρο κουνέλι κοίταξε το μεγάλο του ρολόι, που είχε κρεμασμένο στο λαιμό και φώναξε, «Ωχ, είναι αργά!»  και τσούπ, εξαφανίστηκε μέσα στην πρώτη τρύπα που βρήκε μπροστά του.

Ο Αλέξης προ στιγμή  απόρησε, αλλά μετά από μερικά λεπτά έντονης σκέψης είπε: «Πρέπει να βρω πού πηγαίνει το κουνέλι με τόση βιασύνη! Σε κάποιον πρέπει να χρωστάει».

Έτσι, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, δίνει ένα σάλτο και βουτάει στην επόμενη τρύπα που βρήκε μπροστά του…

Η τρύπα όμως ήταν μεγάλη, κάτι που τον τρόμαξε…

«Θεέ μου, θα τελειώσει αυτό ποτέ;», σκέφτηκε, μέχρι που τελικά προσγειώθηκε σε ένα μακρύ, στενό διάδρομο, που είχε πολλές πόρτες σε πολλά μεγέθη.

Υπήρχε επίσης ένα τραπέζι, ένα μικρό χρυσό κλειδί καθώς και ένα πράσινο μπουκάλι που έλεγε

«Πιες με, πιες με…»

Ο Αλέξης δοκίμασε το κλειδί σε κάθε πόρτα μέχρι που βρήκε τη σωστή:

«Ωωωω… είναι η μικρή πόρτα πίσω από το τραπέζι… και είμαι πάρα πολύ μεγάλος για να χωρέσω», μονολόγησε, μα εκεί που ήταν έτοιμος να τα παρατήσει θυμήθηκε το μπουκάλι και αποφάσισε να πιει το φίλτρο!

Ο Αλέξης ξαφνικά άρχισε να μικραίνει τόσο πολύ που έγινε σχεδόν στο μέγεθος μιας κούκλας! Άνοιξε την πόρτα και έτρεξε γρήγορα μέσα από αυτή.

Βρέθηκε σε έναν όμορφο κήπο και εκεί ήταν και το άσπρο κουνέλι που χάιδευε την κοιλιά του, μα όταν τον είδε, φώναζε πάλι:

«Ωωωωωω!!! Αυτιά μου και μουστάκια μου, πόσο έχω αργήσει! Σε λίγο καιρό θ’ ανοίξουν τα σχολεία… και πρέπει να συντάξω το σύμφωνο τιμής και για τους γονείς. Δεν έχω χρόνο για να πω “γεια”! Αντίο!», του είπε βιαστικά και έτρεξε μακριά.

Ο Αλέξης ακολούθησε την πορεία του άσπρου κουνελιού, αλλά δεν μπορούσε να το βρει.

Ξαφνικά μία χαμογελαστή γάτα που την έλεγαν Φώφη, εμφανίστηκε σε ένα κλαδί δέντρου και του είπε:

«Αν έψαχνα για ένα λευκό κουνέλι, θα ρωτούσα τον Τρελό Γιάννη…”

«Τρελός Γιάννης;», ρώτησε ο Αλέξης και πρόσθεσε με ύφος:

«Όχι, ευχαριστώ. Δεν θέλω να μιλήσω με τρελούς ανθρώπους! Έχω αρχές και είμαι πιστός στις αποφάσεις μου»

«Αααα, δεν μπορείς να το αποφύγεις αυτό. Σχεδόν όλοι είναι τρελοί εδώ», απάντησε η γάτα, τινάζοντας την ουρά της.

«Μπορεί να έχεις παρατηρήσει ότι δεν είμαι όλη την ώρα ο εαυτός μου», του είπε και εξαφανίστηκε.

Ο Αλέξης συνέχισε να περπατά και βρήκε τον Καπελά με ένα σακίδιο στον ώμο μαζί με ένα λαγό καθισμένους πάνω σε μια μηχανή.

«Δεν έχει χώρο! Δεν έχει χώρο!», φώναξαν με μια φωνή, όταν είδαν τον Αλέξη να έρχεται.

«Υπάρχει πολύς χώρος!» είπε ο Αλέξης, αγανακτισμένος και κάθισε σε ένα πεζούλι.

«Μπορείς να κάτσεις μαζί μας, αν μας πεις… γιατί ένα κοράκι  είναι όπως ένα γραφείο;»
«Μου αρέσουν οι γρίφοι!», είπε ο Αλέξης.

Σκέφτηκε πολύ, αλλά είπε:  «Δεν ξέρω… γιατί;»

«Δεν ξέρω!», είπε ο λαγός. 

«Ούτε εγώ ξέρω…» δήλωσε ο Καπελάς, χαμογελώντας.

«Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι καλύτερο με το χρόνο από το να τον σπαταλάμε ψάχνοντας γρίφους που δεν έχουν απαντήσεις…», είπε ο Αλέξης.

Ξαφνικά το άσπρο κουνέλι ήρθε τρέχοντας και φωνάζει: «Είναι αργά! Είναι αργά!»

Ο Τρελός Γιάννης κοίταξε το ρολόι του κουνελιού και είπε:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία, άργησες! Γιατί, αυτό το ρολόι έχει μείνει ακριβώς δύο χρόνια πίσω».

Έτσι, το κουνέλι έφυγε τρέχοντας ξανά.

«Θα ήταν τόσο όμορφα αν κάτι είχε νόημα για αλλαγή…», σκέφτηκε ο Αλέξης καθώς έφευγε και συνέχισε να ακολουθεί το κουνέλι.

Έφτασε σε ένα λιβάδι γεμάτο τριανταφυλλιές, όπου η βασίλισσα Αγγέλα των ψυχών, έπαιζε κροκέ περιτριγυρισμένη από τους φρουρούς της.

Οι σφύρες ήταν φλαμίνγκος και οι σκαντζόχοιροι μπάλες. 

«Ποιος είσαι; Δείχνεις παράξενος… Μπορείς να παίξεις κροκέ;»

«Είμαι ο Αλέξης… Ναι, νομίζω ότι μπορώ! Μ’ αρέσουν και οι κωλοτούμπες… Τις λατρεύω από παιδί», απάντησε.

«Παίξε μαζί μου και άσε τα πολλά λόγια!» διέταξε η βασίλισσα και συνέχισε αλλάζοντας τον τόνο της φωνής της:

«Και άσε με να κερδίσω, αλλιώς θα σου κόψω το κεφάλι!»

Ξαφνικά το χωράφι γέμισε από θεατές και ανάμεσά τους ήταν ο Τρελός Γιάννης, ο Λαγός, η γάτα Φωφώ και το Άσπρο Κουνέλι.

Ο Αλέξης άρπαξε τη σφύρα και ετοιμάστηκε να ρίξει τη βολή της.

Προς έκπληξή τους, ο Αλέξης έριξε την τέλεια βολή!

Η βασίλισσα, θυμωμένη φώναξε «Κόψτε του το κεφάλι! Κόψτε του το κεφάλι!» και αμέσως οι φύλακες άρπαξαν τον Αλέξη.

«Αφήστε με να φύγω, δεν είστε τίποτα, παρά ένα πακέτο από κάρτες!»

Ξαφνικά ο Αλέξης ένιωσε κάποιον να του αγγίζει τον ώμο…

«Ξύπνα, κοιμάσαι πολλές ώρες! Ο κόσμος έχει θυμώσει μαζί σου… και ζητάει αποδείξεις, ότι τον αγαπάς»

Ήταν η «περιστέρα» του, που τον ξύπνησε…

Ήταν όλα ένα όνειρο;

Ή μήπως δεν ήταν;

 

Μια «περίεργη» διασκευή του γνωστού παραμυθιού «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», με την ευχή αυτό που ζούμε να τελειώσει…

 

Παύλος Ανδριάς