Πιο άνεργος πεθαίνεις

Με ένα πλατύ χαμόγελο βγήκε από το γραφείο του και καμαρωτός – καμαρωτός, πήγε στο γραφείο του, κάνοντας νόημα στη Δημητρούλα να τον ακολουθήσει. Κάθισε στην καρέκλα του, ρούφηξε μια γουλιά καφέ που εκείνη του είχε παραγγείλει και ανάβοντας τσιγάρο, αδιαφορώντας για τα νοήματα που του έκανε η κοπέλα να το σβήσει, ακούμπησε το σώμα…

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Αρχιμήδης άκουγε τα ίδια λόγια από τη θεία Ισμήνη, η οποία χρησιμοποιώντας το φλιτζάνι του καφέ, του έλεγε να προσέχει και να προσέχει, σε βαθμό που του είχε κάνει τα νεύρα κρόσσια. Αυτά σκεφτότανε καθώς κατέβαινε την ξύλινη σκάλα και χαμογελώντας άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο πεζοδρόμιο,…

Και να πεις ότι δεν του το είχε πει η θειά του η Ισμήνη… καθώς έπιναν τον καφέ τους στο μικρό σαλονάκι του σπιτιού της στην Κυψέλη, που τα τελευταία χρόνια τον φιλοξενούσε, μιας και η αδερφή της ζούσε στην επαρχία με τον δεύτερο άντρα της… το νέο μεγάλο της έρωτα. «Μπελάδες βλέπω στο δρόμο…